Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ

Η καταστροφή δεν αποτελεί μόνο έναν όρο που χρησιμοποιείται καθημερινά στην κοινή γλώσσα, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται και στην ορολογία επιστημονικών ειδικεύσεων καθώς και φορέων δράσης για την αντιμετώπιση τους. Η έννοια της καταστροφής είναι αρκετά πολύπλοκη, ο ορισμός της δεν είναι απόλυτος, είναι διαφορετικός για κάθε περίπτωση που χρησιμοποιείται και εξαρτάται από το πρόσωπο ή τον οργανισμό/φορέα που τη χρησιμοποιεί. Ο αντίστοιχος αγγλικός όρος disaster, ετυμολογικά προέρχεται από τη Γαλλική μεσαιωνική λέξη désastre, η οποία και εκείνη με τη σειρά της προέρχεται από την παλιά Ιταλική λέξη disastro, που και αυτή έχει προέλευση από την Ελληνική γλώσσα μετά από συνένωση του αρνητικού προθέματος δυσ- με τη λέξη ἀστήρ (aster). Επομένως, η ρίζα του όρου disaster (δυσαστρία στην Ελληνική γλώσσα) σχετίζεται με την αστρολογική αντίληψη για την καταστροφή, στη βάση της δυσμενούς θέσης κάποιου πλανήτη. Επιπρόσθετα, στο πλαίσιο της ιστορίας των θρησκειών, οι καταστροφές ταυτίζονται με τη δράση ή προέρχονται από τη θέληση θεοτήτων και εξωτερικών μεταφυσικών δυνάμεων (Σαπουντζάκη & Δανδουλάκη, 2015). Σε σύγχρονα λεξικά και εγκυκλοπαίδειες της Αγγλικής γλώσσας, ο όρος καταστροφή αποδίδεται με τις εξής σηµασίες και ερμηνείες:

  • Σύμφωνα με το Oxford Dictionary 2014, ως ένα ξαφνικό ατύχημα ή μια φυσική εκτροπή που προκαλεί μεγάλες ζημιές ή απώλειες ζωής.
  • Σύμφωνα με το Cambridge Advanced Learner’s Dictionary, ως ένα γεγονός που επιφέρει μεγάλες βλάβες, απώλειες ή θανάτους ή μεγάλη δυσπραγία.
  • Σύμφωνα με το Thesaurus, Princeton University 2003-2012, ως µια ακραία κατάσταση (συχνά µη ανατάξιµη) ζηµιών και κακοτυχίας ή ένα γεγονός που καταλήγει σε µεγάλες απώλειες και κακοτυχία, ή τέλος, µια ενέργεια που έχει ολέθρια αποτελέσµατα.
  • Σύμφωνα με το the Free Dictionary by Farlex, ως ένα περιστατικό που προκαλείεκτεταμένες ζημιές και δυστυχία ή ένα ολέθριο γεγονός ή μια σοβαρή ατυχία που εκδηλώνεται αιφνιδίως και προκαλεί μεγάλες απώλειες ζωής, ζημιές ή κακουχίες
  • Σύμφωνα με την Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια (Wikipedia, 2015), ως σοβαρή διακοπή της λειτουργίας µιας κοινωνίας, η οποία συνδέεται µε εκτεταµένες ανθρώπινες, υλικές, οικονοµικές ή περιβαλλοντικές απώλειες και επιπτώσεις και η οποία υπερβαίνει την ικανότητα της πληγείσας κοινότητας να αντεπεξέλθει µε ίδιους πόρους και ίδιες δυνατότητες. Ουσιαστικά, η Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια χρησιμοποιεί τον ορισµό που υιοθετούν οι διεθνείς φορείς διαχείρισης καταστροφών του τµήµατος των Ηνωµένων Εθνών για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφής (UNISDR) και της Διεθνή Οµοσπονδίας του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ηµισελήνου (ΙFRC), όπως αναλύεται παρακάτω. Σύμφωνα με τη Διεθνή Στρατηγική των Ηνωμένων Εθνών για τη Μείωση των Καταστροφών – United Nations International Strategy for Disaster Reduction (UNISDR, 2009) η Καταστροφή (Disaster) ορίζεται ως : «Μια σοβαρή διαταραχή της λειτουργίας μιας κοινότητας ή μιας κοινωνίας, ενός συστήματος που προκαλεί εκτεταμένες ανθρώπινες, υλικές, οικονομικές ή περιβαλλοντικές απώλειες και επιπτώσεις, οι οποίες υπερβαίνουν την ικανότητα της πληγείσας κοινότητας ή κοινωνίας να τις αντιμετωπίσει χρησιμοποιώντας τους ίδιους πόρους της.

Οι καταστροφές συχνά περιγράφονται ως αποτέλεσμα του συνδυασμού της έκθεσης σε κινδύνους, των συνθηκών τρωτότητας που υπάρχουν και της ανεπάρκειας της ικανότητας ή των κατάλληλων μέτρων για την μείωση ή την αντιμετώπιση των πιθανών αρνητικών συνεπειών επικινδυνότητας. Οι επιπτώσεις από την καταστροφή μπορεί να περιλαμβάνουν απώλειες ζωών, τραυματισμούς, ασθένειες και άλλες αρνητικές συνέπειες στη φυσική, διανοητική και κοινωνική ευημερία, καθώς και ζημίες ιδιοκτησίας, καταστροφή περιουσιακών στοιχείων, απώλεια υπηρεσιών, κοινωνική και οικονομική αναταραχή και περιβαλλοντική υποβάθμιση». Για να υπάρχει η δυνατότητα ενσωμάτωσης μιας καταστροφής στη βάση δεδομένων της UNISDR, θα πρέπει να ικανοποιείται τουλάχιστον ένα από τα κριτήρια που ακολουθούν:

  • Ύπαρξη αναφοράς για 10 τουλάχιστον θανάτους.
  • Ύπαρξη αναφοράς για 100 τουλάχιστον επηρεασμένα άτομα από την καταστροφή.
  • Κήρυξη έκτακτης ανάγκης από την υπεύθυνη κυβέρνηση.

Υποβολή αιτήματος διεθνούς βοήθειας από την υπεύθυνη κυβέρνηση. Η Διεθνής Ομοσπονδία Συλλόγων Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου – International Federation of Red Cross and Red Crescent Societies (IFRC) ορίζει ως καταστροφή, ένα ξαφνικό γεγονός, φυσικού ολέθρου που προκαλεί σοβαρή διατάραξη τη λειτουργία μιας κοινωνίας ή μιας κοινότητας και προκαλεί ανθρωπιστικές, υλικές και οικονομικές ή περιβαλλοντικές απώλειες, που υπερβαίνουν την ικανότητα της κοινωνίας ή κοινότητας να ανταπεξέλθει με τους ιδίους πόρους της. Οι καταστροφές αν και συχνά προκαλούνται από τη φύση, δύναται να έχουν και ανθρώπινη προέλευση.

Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διαχείρισης Καταστάσεων έκτακτης Ανάγκης των ΗΠΑ – Federal Emergency Management Agency (FEMA) ορίζει την καταστροφή ως γεγονός φυσικού ολέθρου, τεχνολογικού ατυχήματος ή συμβάντος ανθρωπογενούς αιτίας που προκαλεί σοβαρές βλάβες στις περιουσίες, θανάτους ή/και πολλαπλούς τραυματισμούς.

Παρόλο που στα λεξικά της κοινής γλώσσας υπάρχει μια συμφωνία για το πολλαπλό περιεχόμενο της καταστροφής, στην ακαδημαϊκή κοινότητα επικρατούν πολλές και διαφορετικές αντιλήψεις και θεωρητικές προσεγγίσεις της έννοιας της καταστροφής, κυρίως λόγω των ασυμφωνιών που υπάρχουν στην ερμηνεία σχετικά με τα αίτιά της και με τις δυνατότητες διαχείρισης ή αντιμετώπισής της. Ο Quarantelli (1998) πιστεύει ότι οι επιστηµονικοί ορισµοί της καταστροφής άργησαν πολύ να ωριµάσουν επειδή η κοινή χρήση του όρου είναι φορτισµένη µε πολλές σηµασίες και χρήσεις.

Σε γενικές γραμμές όμως, η ακαδημαϊκή κοινότητα θεωρεί τις καταστροφές ως αποτέλεσμα ενός κινδύνου ο οποίος δεν αντιμετωπίστηκε, δεν έτυχε της κατάλληλης διαχείρισης. Είναι το αποτέλεσμα ενός κινδύνου που προκύπτει από τον συνδυασμό της έκθεσης σε απειλητική διαδικασία με ευάλωτες/τρωτές συνθήκες, επειδή όταν οι απειλές πλήττουν περιοχές με ανύπαρκτη ή χαμηλή τρωτότητα δεν προκαλούνται ποτέ καταστροφές όπως στην περίπτωση των ακατοίκητων περιοχών του πλανήτη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ορισμός του Stallings όπου σύμφωνα με αυτόν, «καταστροφή είναι η εκ θεμελίων διατάραξη ή διακοπή των διαδικασιών ρουτίνας» και του Rosenthal που είναι «μια ιδιαίτερη περίσταση που χαρακτηρίζεται από ένα περίπλοκο δίκτυο αιτίων που είναι ριζωμένα στο παρελθόν, ένα αντίστοιχα σύνθετο και εκτεταμένο σύνολο συνεπειών που αναφέρονται στο παρόν και από κύματα επιπτώσεων που εισχωρούν στο μέλλον». Ένας ιστορικός ορισμός που έχει διαχρονική απήχηση, είναι γενικά αποδεκτός και υιοθετείται έως σήμερα, προέρχεται από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Enrico Quarantelli, (1985), πρωτοπόρο από τους θεμελιωτές της Κοινωνιολογίας των Καταστροφών και είναι ο εξής: «καταστροφή είναι μια κατάσταση κρίσης που προκαλεί εκτεταμένες απώλειες, οι οποίες μάλιστα υπερβαίνουν κατά πολύ την ικανότητα της πληγείσας κοινότητας να ανακάμψει». Εξ ορισμού επομένως, δεν υφίσταται ένα ιδανικό, τέλειο σύστημα που είναι ικανό να προλαμβάνει τις βλάβες, γιατί τότε δεν θα υπήρχε καταστροφή. Για να υπάρχει καταστροφή, πρέπει να αδυνατεί να αντεπεξέλθει η ικανότητα της κοινότητας για επαναφορά και ανάνηψη. Οι καταστροφές από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, αντιπροσωπεύουν την τρωτότητα μιας κοινωνίας και αντικατοπτρίζουν τις αδυναμίες των κοινωνικών συστημάτων. Σύμφωνα με τον Quarantelli, 2000, οι καταστροφές:

  • είναι ξαφνικά γεγονότα
  • διακόπτουν σοβαρά τις συνήθεις λειτουργίες των κοινωνικών μονάδων
  • προκαλούν την υιοθέτηση μη προσχεδιασμένων τρόπων δράσης για να αντιμετωπιστεί η διαταραχή
  • έχουν απρόσμενες διαστάσεις στον κοινωνικό χώρο και χρόνο
  • θέτουν σε κίνδυνο πολύτιμα κοινωνικά αγαθά O Pelanda (1982) ταξινομεί τους ορισμούς της καταστροφής σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με την ερμηνεία που της δίνουν:
  • ως αποτέλεσμα κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων,
  • ως μια κατάσταση συλλογικής πίεσης σε μια κοινότητα και
  • ως αναντιστοιχία μεταξύ της δυνατότητας αντιμετώπισης των βλαπτικών παραγόντων και των αρνητικών τους επιπτώσεων.

Κατά τον Porfiriev (1998), η τυπολογία αυτή αντανακλά τρεις εκδοχές πρόσληψης της καταστροφής οι οποίες είναι:

  • η αιτιολογική
  • η περιγραφική και
  • η κανονιστική

Ο Gilbert (1998) πρότεινε να γίνει ταξινόμηση των πολυάριθμων θεωρητικών προσεγγίσεων των καταστροφών σε τρία βασικά εναλλακτικά ερμηνευτικά υποδείγματα τα οποία περιγράφονται ως εξής:

  • Το πρώτο υπόδειγμα αντιμετωπίζει την καταστροφή ως αποτέλεσμα της δράσης εξωτερικών δυνάμεων, ως πανομοιότυπο της πολεμικής προσβολής:
  • Η καταστροφή αποδίδεται σε μια εξωτερική πηγή και οι ανθρώπινες κοινότητες αντιδρούν στην «επίθεση» που δέχονται από αυτή την εξωτερική απειλή.
  • Το δεύτερο υπόδειγμα εξετάζει την καταστροφή ως έκφραση και απόρροια της κοινωνικής τρωτότητας: Καταστροφή είναι το αποτέλεσμα της υποκείμενης δομής της κοινωνίας, μια κατάσταση και μια δυναμική που «γεννάται» από μέσα, από τις ίδιες τις κοινωνικές διαδικασίες.
  • Κατά το τρίτο υπόδειγμα, καταστροφή είναι η είσοδος σε μια κατάσταση αβεβαιότητας:

Η καταστροφή συνδέεται στενά με το γεγονός ότι είναι αδύνατο να προσδιοριστούν οι πραγματικοί ή υποτιθέμενοι κίνδυνοι, ιδιαίτερα μετά τη διατάραξη του αντιληπτικού πλαισίου που διαθέτουμε για να κατανοούμε την πραγματικότητα. Επιπρόσθετα, ο όρος φυσική καταστροφή έχει οριστεί με τρείς διαφορετικούς τρόπους ως (Λέκκας, 2000):

  • “Τα στοιχεία εκείνα του φυσικού περιβάλλοντος που είναι βλαβερά για τον άνθρωπο και προκαλούνται από δυνάμεις ξένες και άγνωστες σε αυτόν”.
  • “Μια φυσική ή ανθρωπογενής γεωλογική κατάσταση ή φαινόμενο κατά την οποία παρουσιάζεται πραγματικός ή δυνητικός κίνδυνος για την ανθρώπινη ζωή ή τις περιουσίες”.
  • “Η πιθανότητα εμφάνισης ενός δυνητικά καταστροφικού γεγονότος μέσα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή”.